Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Ποιους θέλουμε να μοιάσουμε ;

 
Είμαστε ένας λαός που από τότε που ελευθερωθήκαμε από τους Οθωμανούς δε θέλουμε τίποτε άλλο από το να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είμαστε...
Στην αρχή θέλαμε να μοιάσουμε τους Βαυαρούς, μετά τους Γάλλους, έπειτα τους Αμερικανούς και τώρα θέλουμε να μοιάσουμε τους...Γερμανούς.
Σαν να ντρεπόμαστε για τη φυλή μας, για τα χαρακτηριστικά και τη μοναδικότητά της, σαν να απεχθανόμαστε τη φύση μας και να απεκδυόμαστε τα υλικά από τα οποία είμαστε φτιαγμένοι με το πέρασμα των αιώνων.
Σαν να θέλουμε να ξεχάσουμε πως είμαστε ένα ψηφιδωτό πολιτισμών, που αν κάτι το διέκρινε διαχρονικά ήταν η ανθεκτικότητα και η αυθεντικότητά του. Και σήμερα, με έναν απίστευτο αρχοντοχωριατισμό, προσπαθούμε να μεταλλαχθούμε και να γίνουμε "ευρωπαίοι", για να κάνουμε το κέφι ποιών τελικά ; Πασχίζουμε να αποδείξουμε ότι είμαστε ισότιμοι με ποιους ; Να γίνουμε...οργανωμένο κράτος, για να ικανοποιήσουμε ποιές επικυρίαρχες αντιλήψεις για την "καλή ζωή" ;
Μίζεροι και φορτωμένοι με βαριά και ασήκωτα κόμπλεξ πορευόμαστε στο μέλλον, όχι με σκοπό να ξαναβρούμε τις αξίες και τα ιδανικά που μας διαμόρφωσαν, όχι με την υπερήφανη αυτονομία μας, αλλά για να φορέσουμε τον άλλο, τον ξένο εαυτό, που μας έπεισαν ότι είναι το διαβατήριο για τη συλλογική επιτυχία...

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Με βλέμμα καθαρό, που έχει μνήμη και δικαιοσύνη


 Οι Κυρίες Ευστρατία, Μαρίτσα και Μηλίτσα στη Μυτιλήνη φροντίζουν το μωρό μιας γυναίκας-πρόσφυγα από τη Συρία...
Η Ελλάδα που συγκλονίζει και κατασπαράσσει το μίσος, το ρατσισμό και τη μικροψυχία...
Με βλέμμα καθαρό, που έχει μνήμη και δικαιοσύνη.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Τα πλεονεκτήματα της πλουραλιστικής νοημοσύνης

Το ακανθώδες ερώτημα «τι μας ενώνει και τι μας διαφοροποιεί ως μέλη του είδους μας;» απασχολούσε ανέκαθεν την ανθρώπινη σκέψη. Ωστόσο μόνο σχετικά πρόσφατα άρχισε να διαφαίνεται η δυνατότητα να βρεθούν, επιτέλους, κάποιες διυποκειμενικές και διαφυλετικές επιστημονικές απαντήσεις· και αυτές οι απαντήσεις ελπίζουμε να αποδειχτούν περισσότερο αυστηρές και λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένες από εκείνες που δόθηκαν κατά το παρελθόν.
Multiple-IntelligenceΣήμερα η έρευνα των προϋποθέσεων της έλλογης σκέψης και της έκφρασης των συναισθημάτων μας συνδέεται τόσο στενά με τη μελέτη της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, ώστε να μιλάμε για «συναισθηματικό» και «κοινωνικό» εγκέφαλο που, μαζί με τον «γνωσιακό εγκέφαλο», συναπαρτίζουν τη νοητική μηχανή μας. Ποτέ άλλοτε ο ενιαίος ανθρώπινος νους δεν εμφανιζόταν τόσο πολύμορφος, πολύτροπος και πολυφυής. Και η αποδοχή αυτής της πλουραλιστικής νοημοσύνης των ανθρώπων, εκτός από κοινωνικά αναγκαία, ίσως αποδειχτεί και επωφελής… οικολογικά
Όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα υποδεικνύουν σαφώς ότι ο ανθρώπινος νους δεν είναι προϊόν θεϊκής ή κοινωνικής δημιουργίας, αλλά αντίθετα ένα πολύτιμο βιολογικό «όργανο» που επιλέχτηκε και διαμορφώθηκε εξελικτικά επειδή εξασφάλιζε και εξασφαλίζει την επιβίωση του είδους μας. Υπό αυτή την έννοια, όλες οι ανώτερες νοητικές λειτουργίες μας -έλλογη σκέψη, γλώσσα, συναισθήματα κ.ο.κ.- δεν θεωρούνται πλέον αιθέριες ή άυλες οντότητες αλλά τα προϊόντα της λειτουργίας και της αλληλεπίδρασης του εγκεφάλου μας.
Αυτή η φαινομενικά «υλιστική» προσέγγιση των νοητικών φαινομένων προκαλούσε ανέκαθεν έντονες αντιδράσεις και δικαιολογημένα συναντούσε τη σθεναρή αντίσταση όχι μόνο των θρησκόληπτων, αλλά και των πιο ανοιχτόμυαλων στοχαστών και επιστημόνων. Οι τελευταίοι, μάλιστα, αντέτειναν ότι οι διαθέσιμες επιστημονικές εξηγήσεις και κυρίως τα ελλιπή πειραματικά ή παρατηρησιακά δεδομένα δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τη νομιμότητα ενός τέτοιου γιγάντιου άλματος από τον ανθρώπινο εγκέφαλο στις ανώτερες νοητικές λειτουργίες.
Αυτά μέχρι πρόσφατα· γιατί τις τελευταίες δεκαετίες η εκρηκτική ανάπτυξη των επιστημών του εγκεφάλου και του νου, δηλαδή των Νευροεπιστημών και των Γνωσιακών Επιστημών, έχουν καταστήσει εντελώς ανεπίκαιρες και καταχρηστικές τέτοιες επιφυλάξεις. Σήμερα κανένα νοητικό φαινόμενο -από τις πιο αφηρημένες σκέψεις μας μέχρι τις πιο στοιχειώδεις συναισθηματικές ανάγκες μας – δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητο ή αυτόνομο από τη δομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου μας!

banner2Ο συναισθηματικός εγκέφαλος

Επί δύο χιλιετίες η κυρίαρχη πολιτισμική αντίληψη επέβαλε τη συστηματική υποτίμηση και απαξίωση των συναισθημάτων ως βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της έλλογης σκέψης. Ακόμη και ένας βαθύτατος στοχαστής των ανθρώπινων πραγμάτων όπως ο Πλάτων θεωρούσε πως για την ανάπτυξη του «Λογιστικού» (δηλαδή του ανθρώπινου λόγου-νου) ήταν απαραίτητη η απελευθέρωση από τον εξαιρετικά περιοριστικό και βλαπτικό κλοιό των συναισθημάτων (του «Θυμοειδούς», όπως το αποκαλούσε). Από πολύ νωρίς η οικογένεια και το σχολείο μάς διδάσκουν να απαξιώνουμε τα συναισθήματά μας και να τα ελέγχουμε.
Η καθημερινή μας εμπειρία αλλά και σωρεία νευρολογικών μελετών αποδεικνύουν βέβαια το ακριβώς αντίθετο: δεν μπορούμε ποτέ να απελευθερωθούμε εντελώς από τα συναισθήματά μας. Αν μάλιστα σε έναν άνθρωπο συμβεί να αποκοπούν -εξαιτίας π.χ. της ευνουχιστικής διαπαιδαγώγησης, ενός ατυχήματος ή μετά μια νευροχειρουργική επέμβαση- οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των συναισθημάτων και της έλλογης σκέψης, τότε συμπεριφέρεται σαν ζόμπι ή σαν βραχυκυκλωμένο ρομπότ.
Οι πιο σημαντικές μελέτες της παθολογίας και της βιολογικής λειτουργίας των συναισθημάτων πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ στο εργαστήριο του περίφημου Πορτογάλου νευροεπιστήμονα Antonio Damasio. Μελετώντας κάποιες διάσημες πια κλινικές περιπτώσεις ατόμων με βλάβη στον προσθιομετωπιαίο φλοιό, που βρίσκεται στο πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου, κατάφερε να αποσαφηνίσει τις νευροβιολογικές προϋποθέσεις της συναισθηματικής συμπεριφοράς.
Το ερώτημα που έθεσε ο Α. Damasio ήταν: πώς γίνεται τα ίδια άτομα, τα οποία πριν υποστούν κάποια βλάβη σε αυτή την περιοχή ήταν αξιαγάπητα και κοινωνικότατα, να μεταμορφώνονται σε βίαια και αντικοινωνικά «τέρατα», παντελώς ανίκανα να βιώσουν ενδιαφέρον, αγάπη και στοργή ή να σχεδιάσουν ή να πράξουν οτιδήποτε στο άμεσο μέλλον; Η έρευνα αυτών των περιπτώσεων οδήγησε στον ακριβή εντοπισμό ενός σημαντικού εγκεφαλικού κυκλώματος, μιας βασικής νευρικής οδού επικοινωνίας που συνδέει την έλλογη σκέψη με το συναίσθημα. Πιο συγκεκριμένα, τα ανώτερα κέντρα του μετωπιαίου φλοιού με την αμυγδαλή, μια αρχέγονη δομή που ρυθμίζει τις απαντήσεις του εγκεφάλου στις συναισθηματικές καταστάσεις.
Οι έρευνες τού Damasio καθώς και άλλων νευρολόγων απέδειξαν ότι όταν διακόπτεται (από κάποια βλάβη ή χειρουργική επέμβαση) αυτό το σταυροδρόμι που συνδέει τον «ανώτερο» ορθολογικό εγκέφαλο με τον «κατώτερο» συναισθηματικό εγκέφαλο, τότε οι ασθενείς μεταμορφώνονται σε απαθή ζόμπι: πλάσματα ικανά να κάνουν έλλογες σκέψεις, αλλά παντελώς ανίκανα να τις χρωματίζουν ή να τις εμπλουτίζουν με συναισθήματα.
Η ανάγκη, όμως, επανένταξης και αναβάθμισης της σημασίας των συναισθημάτων δεν προέκυψε αποκλειστικά από τη μελέτη νευρολογικών παθήσεων αλλά και από πλήθος ψυχολογικών ερευνών σε φυσιολογικά άτομα. Μολονότι κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα οι ψυχολόγοι αγνοούσαν τις νευροεγκεφαλικές προϋποθέσεις των συναισθημάτων, κατάφεραν να αποκαλύψουν τη σημαντική επιρροή τους στη ζωή των ανθρώπων. Ετσι, το 1990 οι Αμερικανοί ψυχολόγοι Ρ. Salovey και J. Mayer εισάγουν για πρώτη φορά τον όρο «συναισθηματική νοημοσύνη», για να περιγράψουν την ικανότητά μας να διακρίνουμε, να αναγνωρίζουμε και να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα των άλλων ή τα δικά μας για να καθοδηγούμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1983, ένας άλλος Αμερικανός ψυχολόγος, ο Howard Gardner, είχε προτείνει τον όρο «διαπροσωπική νοημοσύνη» για να περιγράψει κάτι ανάλογο.
Όμως ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη» θα γίνει ευρύτατα γνωστός μόνο μετά το 1995, όταν θα εκδοθεί το ομώνυμο μπεστ σέλερ του Daniel Goleman (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα). Στο πασίγνωστο αυτό βιβλίο ο Goleman, ένας παντελώς άγνωστος τότε συγγραφέας, κατάφερε να συνοψίσει και να εκλαϊκεύσει, με τρόπο εύπεπτο και μάλλον απλοϊκό, τις πιο ετερογενείς κατακτήσεις της νευροεπιστήμης και της γνωσιακής ψυχολογίας της εποχής. Εκτοτε, και ως διά μαγείας, όλοι θα ανακαλύψουν ότι διαθέτουν μια μέχρι τότε υποβαθμισμένη «συναισθηματική νοημοσύνη». Ισως γι’ αυτό αρκετοί ειδικοί μιλάνε για αυτήν υποτιμητικά, θεωρώντας ότι πρόκειται μόνο για μια μόδα της Νέας Εποχής, για μια εύπεπτη και παρηγορητική «new age» ιδέα.
Και ασφαλώς δεν έχουν καθόλου άδικο όσοι ασκούν αυτή την κριτική: η επιστημονική ιδέα της «συναισθηματικής νοημοσύνης» είναι η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να κατανοηθούν οι περίπλοκες σχέσεις ανάμεσα στις φλοιικές και υποφλοιώδεις δομές του εγκεφάλου ή, αν προτιμάτε, ανάμεσα στον λογικό και τον συναισθηματικό μας εγκέφαλο. Οφείλει συνεπώς να είναι κανείς ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν βλέπει αυτή την ιδέα να μετατρέπεται σε αντικείμενο μαζικής εκμετάλλευσης ή και χυδαίας εμπορευματοποίησης από κάποιους επιτήδειους «ψυχοθεραπευτές».
Η ικανότητα κάθε ανθρώπου να αντιλαμβάνεται και να βιώνει τα συναισθήματα του άλλου αποτελεί ασφαλώς την απαραίτητη προϋπόθεση κάθε ουσιαστικής ανθρώπινης σχέσης (φιλικής ή ερωτικής). Αποτελεί όμως επίσης και προϋπόθεση για την πιο στυγνή χειραγώγηση και εκμετάλλευση των ανθρώπινων συναισθημάτων. Το ότι διαθέτει κάποιος συναισθηματική νοημοσύνη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη πως τη χρησιμοποιεί για καλό σκοπό.

Social_IntelligenceΟ κοινωνικός εγκέφαλος

Μια δεκαετία μετά τη δημοσίευση του πρώτου πολύ επιτυχημένου βιβλίου του για τη συναισθηματική νοημοσύνη, ο Daniel Goleman θα επιχειρήσει ένα πολύ πιο φιλόδοξο συγγραφικό εγχείρημα: να συνοψίσει ό,τι γνωρίζουμε σχετικά με τις νευροβιολογικές, τις ψυχολογικές και τις κοινωνικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης νοημοσύνης, νοούμενης πλέον όχι ως ατομικό-υποκειμενικό φαινόμενο αλλά ως συλλογικό-κοινωνικό φαινόμενο. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2006 με τίτλο «Social Intelligence: The New Science of Social Relationships» και σχεδόν αμέσως μεταφράστηκε και στη χώρα μας από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα: «Κοινωνική νοημοσύνη: Η νέα επιστήμη των ανθρώπινων σχέσεων»
Με τυπικά αμερικανική αισιοδοξία, που ένας Ευρωπαίος θα περιέγραφε μάλλον ως αφέλεια, ο συγγραφέας επιχειρεί σε αυτό το νέο του πόνημα να «εξηγήσει» το σύνολο σχεδόν της κοινωνικής συμπεριφοράς μας ως το προϊόν της απρόσκοπτης αλληλεπίδρασης και του αρμονικού συντονισμού κάποιων κατώτερων νευρωνικών κυκλωμάτων του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου με τα ανώτερα νευρωνικά κυκλώματα του νεοφλοιού. Στην αλληλεπίδραση αυτή μεταξύ δύο εγκεφάλων, καθοριστικό ρόλο παίζουν ήδη από την βρεφική ηλικία οι λεγόμενοι «νευρώνες-καθρέπτες» που καταγράφουν λεπτομερώς τις κινήσεις που βλέπουμε και συνεπώς ιδιοποιούνται μιμητικά κάθε αντίδραση ή κίνηση του άλλου προσώπου.
Όσο για τον ίδιο τον «κοινωνικό εγκέφαλο», αυτός περιγράφεται μάλλον αόριστα ως «ένα σύνολο κυκλωμάτων που λειτουργούν ενορχηστρωμένα όταν δύο άτομα σχετίζονται μεταξύ τους». Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλει ο Goleman σε αυτό το βιβλίο, δεν καταφέρνει τελικά να μας προσφέρει έναν ικανοποιητικό ή έστω χρηστικό ορισμό τού «κοινωνικά νοήμονος ατόμου». Αυτή η αποτυχία δεν θα πρέπει να χρεωθεί αποκλειστικά στον Goleman, έναν εξαιρετικό εκλαϊκευτή της επιστημονικής γνώσης αλλά καθόλου πρωτότυπο ερευνητή. Αντίθετα, αφορά το σύνολο τον ερευνών στο ερευνητικό πεδίο της κοινωνικής νοημοσύνης. Πράγματι, μέχρι σήμερα οι ψυχολόγοι δεν έχουν καταλήξει σε έναν σαφή και κοινά αποδεκτό ορισμό της κοινωνικής νοημοσύνης και των τυπικών διακριτικών γνωρισμάτων της που τη διαφοροποιούν από τις άλλες μορφές νοημοσύνης. Υπάρχουν τόσοι ορισμοί και τρόποι καταμέτρησης της κοινωνικής νοημοσύνης -δηλαδή κατάλληλα ψυχομετρικά εργαλεία ή τεστ για την αναγνώριση και την καταμέτρησή της- όσοι και οι βασικοί ερευνητές που μελετούν αυτό το πολύπλοκο βιο-κοινωνικό φαινόμενο! Τώρα σε ό,τι αφορά τον περιβόητο και πολυδιαφημιζόμενο «κοινωνικό εγκέφαλο», τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Οι πιο επιφανείς ειδικοί, ενώ συνήθως διαφωνούν για τα επιμέρους ζητήματα, συμφωνούν απολύτως στο ότι οι σημερινές έρευνες σχετικά με τις νευρολογικές και βιολογικές προϋποθέσεις της κοινωνικής συμπεριφοράς μας βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Επομένως θα πρέπει να θεωρείται πρόωρο και εξαιρετικά επισφαλές κάθε συμπέρασμα το οποίο μας αποκαλύπτει, υποτίθεται, τους εγκεφαλικούς ή γενετικούς «ενδογενείς παράγοντες» που καθορίζουν ή απλώς επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά μας.

Του Σπύρου Μανουσέλη (Ελευθεροτυπία)

Η ηθική του Αριστοτέλη

aristoteleO Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με το ηθικό πρόβλημα, είναι ο ιδρυτής της Ηθικής ως φιλοσοφικής επιστήμης. H ηθική του Αριστοτέλη είναι μια ορθολογιστική ηθική. Πηγή της ηθικής είναι ο ορθός λόγος. Αυτός ανακαλύπτει και προσδιορίζει το ηθικά πρέπον. Στην εκτίμηση του ηθικού δεν έχει θέση το συναίσθημα, η συνείδηση ή κάποιος θεϊκός νόμος.
O Αριστοτέλης θεμελιώνει την ηθική πάνω στην ανθρωπολογία του. Στα Ηθικά Νικομάχεια παρατηρεί ότι η ψυχή του ανθρώπου χωρίζεται στον λόγον και στο άλογο μέρος. To άλογο μέρος περιλαμβάνει τις βιολογικές λειτουργίες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, τα πάθη. Τα πάθη αυτά μπορούν να μετέχουν ως ένα βαθμό στον λόγον, είναι δεκτικά διαμόρφωσης από τον λόγον (Πείθεται πως υπό λόγου το άλογον, ‘Ηθικά Νικομάχεια 1102-1103).
O λόγος δεν τείνει να υποτάξει ή να εξαφανίσει το «άλογον», αλλά να το εξορθολογίσει, να επιβάλει σ’ αυτό κάποιο μέτρο. Οι ορμές και οι επιθυμίες πρέπει να χαλιναγωγούνται, να μη βγαίνουν από ορισμένα όρια. Ουσία των ηθικών πράξεων και των «ηθικών αρετών» είναι η μεσότητα. H έλλειψη και η υπερβολή αποτελούν κακίες και πρέπει να αποφεύγονται.
O Αριστοτέλης βρίσκε ι την ιδέα της μεσότητας σ’ όλες τις κοινωνικά αποδεκτές αρετές. H κοινωνική συνείδηση έφτιαξε τις αρετές με τη συναίσθηση ότι αυτές αποτελούν μεσότητα και χαρακτήρισε κακίες όλες τις καταστάσεις που βγαίνουν από το μέτρο είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω, είτε προσεγγίζουν το καθόλου ή το πολύ λίγο είτε το πάρα πολύ, την υπερβολή.
Σε ορισμένες καταστάσεις η ηθική συνείδηση ή κρίση της κοινωνίας δεν έδωσε ένα συγκεκριμένο όνομα. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται πώς εννοεί ο Αριστοτέλης τη μεσότητα και πώς την έλλειψη και την υπερβολή, πώς εφαρμόζει την ιδέα της μεσότητας.
Έλλειψη Μεσότητα Υπερβολή
Δειλία Αναισθησία
Ανελευθερία
(τσιγκουνιά)
Μικροπρέπεια
Mικροψυχία
Αφιλοτιμία
Αναισθησία
Αρέσκεια
Ειρωνεία
(αυτοϋποτίμηση)
Αγροικία
(χωριατιά)
Καταπληξία
(υπερβολική συστολή)
Επιχαιρεκακία
ανδρεία σωφροσύνη
ελευθεριότης
(γενναιοδωρία)
μεγαλοπρέπεια
μεγαλοψυχία
ανώνυμη αρετή
πραότης
ανώνυμη αρετή
αλήθεια
(ειλικρίνεια)
ευτραπελία
αιδημοσύνη
νέμεσις
θρασύτης ακολασία
ασωτία
απειροκαλία
χαυνότης
(ματαιοφροσύνη)
φιλοτιμία
(φιλοδοξία)
οργιλότης
εριστικότης
αλαζονεία
βωμολοχία
αναισχυντία
φθόνος
                                           
Σύμφωνα με άλλη άποψη ο Αριστοτέλης έφτασε στην ιδέα του ηθικού ξεκινώντας από κανόνες υγιεινής, που συνιστούσαν την τήρηση του μέτρου και την αποφυγή των υπερβολών: «Πρώτα λοιπόν αυτό πρέπει να εξετάσουμε, ότι δηλ. τέτοια αγαθά είναι έτσι από τη φύση τους ώστε να καταστρέφονται σιγά-σιγά από τη στέρηση και την υπερβολή… όπως ακριβώς βλέπουμε στην περίπτωση της σωματικής δύναμης και της υγείας· και οι υπερβολικές ασκήσεις δηλ. και ο ι λίγες φθείρουν τη σωματική δύναμη, το ίδιο επίσης τα ποτά κα ι ο ι τροφές, αν λαμβάνονται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες απ’ όσο πρέπει, καταστρέφουν την υγεία, ενώ τα κανονικά και δημιουργούν και ισχυροποιούν και διατηρούν την υγεία. To ίδιο λοιπόν συμβαίνει και με τη σωφροσύνη και την ανδρεία και τις άλλες αρετές. Εκείνος δηλ. που φεύγει μακριά απ’ όλα και τα φοβάται και δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει καμιά δύσκολη κατάσταση, γίνεται δειλός, ενώ αυτός που δεν φοβάται τίποτα και καθόλου, αλλά βαδίζει ασυλλόγιστα ενάντια σε όλα γίνεται παράτολμος· το ίδιο και εκείνος που παραδίδεται σε κάθε είδους ηδονή και δεν απέχει από καμιά, γίνεται ακόλαστος, ενώ αυτός που τις αποφεύγει όλες, όπως οι άξεστοι, γίνεται σχεδόν αναίσθητος· καταστρέφεται λοιπόν η σωφροσύνη και η ανδρεία από την υπερβολή και την έλλειψη, ενώ σώζονται και οι δυο από την τήρηση ενός μέτρου» (‘Ηθικά Νικομάχεια 1104 A).
Το μέτρο και την αρετή βρίσκει ο λόγος αλλά την πραγματοποιεί η βούληση. Δεν είναι αρκετή η γνώση του μέτρου, η γνώση της αρετής, για να γίνει κανείς ηθικός. Χρειάζεται και η προσπάθεια και η άσκηση, ώστε η αρετή να γίνει έξις, σταθερή συνήθεια. H ηθική έχει σχέση με το έθος, τη συνήθεια.Με τη θέση αυτή ο Αριστοτέλης διόρθωνε την άποψη του Σωκράτη ότι η αρετή είναι αποκλειστικά θέμα γνώσης, ότι όποιος γνωρίζει το καλό και το σωστό, το κάνει, το εφαρμόζει. O Αριστοτέλης βρίσκεται σε συμφωνία με τη γενική ελληνική αντίληψη που την εκφράζει πολύ ωραία ο Ησίοδος, κατά τον οποίο «τής αρετής ίδρωτα θεοί προπάροιθεν έθηκαν αθάνατοι», μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί βάλανε τον ιδρώτα (Έργα και Ήμερα ι 289-290).
To μέτρο και τη μεσότητα απαιτεί ο λόγος όχι για λόγους αισθητικής, για να δοθεί συμμετρία και αρμονία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά κυρίως για να κυριαρχήσει το λογικό στοιχείο στην ανθρώπινη συμπεριφορά και για να εξασφαλίσει ο άνθρωπος την ευτυχία, την ευδαιμονία, που είναι ο τελικός στόχος και το «ου ένεκα» όλων των ανθρώπινων ενεργειών.
H ηθική του Αριστοτέλη είναι ορθολογιστική αλλά και ευδαιμονιστική. H ηθική αρετή χαρίζει ευτυχία, όχι γιατί δημιουργεί ευχάριστα συναισθήματα που προέρχονται από την εκτέλεση του καθήκοντος αλλά γιατί εξασφαλίζει στον άνθρωπο ευρυθμία και ψυχική ελευθερία και ισορροπία. Οι υπερβολές ταλαιπωρούν και βασανίζουν τον άνθρωπο. Για τη σχέση του μέτρου και της ευχάριστης ψυχικής κατάστασης, της «ευθυμίας», είχε ήδη μιλήσει ο Δημόκριτος. O Αριστοτέλης όμως δεν κάνει καμιά αναφορά στον Δημόκριτο και τις σχετικές απόψεις του.
Εκτός από τις ηθικές αρετές ο Αριστοτέλης κάνει λόγο και για διανοητικές αρετές. Αυτές είναι η σοφία, η φρόνηση, η σύνεση κ.λπ. H σοφία έχει σχέση με την καλλιέργεια των τεχνών, του νου και της επιστήμης (‘Ηθικά Νικομάχεια 1141 A), ενώ η φρόνηση έχει σχέση με την ορθή ρύθμιση πρακτικών προβλημάτων της ζωής, βρίσκεται στην υπηρεσία του ευζήν(6.τ. 1140 A κ.π.). H φρόνηση συνδέεται με το πρακτικά ωφέλιμο και την απόκτηση του. H φρόνηση δεν εξυπηρετεί μόνο ατομικά συμφέροντα αλλά και συμφέροντα του συνόλου, της πολιτείας. Ακόμα και όσοι ασχολούνται με την οικονομία ή την πολιτική χρειάζονται την αρετή της φρόνησης (‘Ηθικά Νικομάχεια 1140 B)
Τέλος η σύνεσις συνδέεται με την κριτική ικανότητα γύρω από πρακτικές λύσεις που προτείνονται για εφαρμογή.
Στις διανοητικές αρετές δεν υπάρχει μέτρο, όπως στις ηθικές. Όσο πιο πολύ καλλιεργούνται, τόσο καλύτερα. O Αριστοτέλης τοποθετεί τις διανοητικές αρετές, που δεν είναι παρά διανοητικές ικανότητες, πάνω από τις ηθικές αρετές και ποιότητες. Οι διανοητικές αρετές χαρίζουν μεγαλύτερη ευτυχία από τις ηθικές αρετές. H ευτυχία υπάρχει κυρίως στη σοφία, στον διανοητικό και θεωρητικό βίο, γιατί ο νους αποτελεί την ουσία του ανθρώπου: «Αυτό που ταιριάζει στη φύση του καθενός είναι στον καθένα το καλύτερο και το πιο ευχάριστο. Στον άνθρωπο ακριβώς το πιο καλό και πιο ευχάριστο είναι η διανοητική ζωή, αν πραγματικά ο νους είναι ό,τι πιο χαρακτηριστικό έχει ο άνθρωπος. H διανοητική ζωή λοιπόν είναι η πιο ευτυχισμένη, και σε δεύτερη μοίρα η ζωή σύμφωνα με τις άλλες αρετές» ( ‘Ηθικά Νικομάχεια 1178 A). H τέλεια ευδαιμονία δεν είναι παρά θεωρητική ενέργεια.
Όσο αφορά τη θρησκεία και τη θρησκευτικότητα, σ’ αυτή ο Αριστοτέλης δεν δίνει αυτοτελή αξία. Ευσεβής και αγαπητός στους θεούς γίνεται αυτός που καλλιεργεί τον νουν, όχι αυτός που ασχολείται με προσευχές, θυσίες και θρησκευτικές τελετές: Ό δε κατά νουν ενεργών και τούτον θεραπεύων και διακείμενος άριστα, και θεοφιλέστατος έοικεν( Ηθικά Νικομάχεια 1179 A). Άλλωστε και οι θεοί ασχολούνται με τη «θεωρία» και ο άνθρωπος συγγενεύει με τους θεούς, επειδή έχει νου. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι ο Αριστοτέλης στον κατάλογο των αρετών δεν συμπεριλαμβάνει την ευσέβεια, δεν μιλά για την αρετή αυτή.

Από το βιβλίο Αρχαίοι Έλληνες στοχαστές, του Σωκράτη Γκίκα. 

Φοβούνται τον εκπαιδευτικό γιατί συνωμοτεί με τα παιδιά



•Αυτός έχει διάφορα ονόματα : «καθηγητής, δάσκαλος, νηπιαγωγός».  
Αυτά ,για κείνον, έχουν πάντα το ίδιο όνομα : «παιδιά»
•Είναι αυτός που εύχεται  «καλή χρονιά» δυο εποχές το χρόνο
•Που όταν τον ρωτούν αν έχει παιδιά απαντάει «εκατοντάδες»
•Που ακούει με λαχτάρα το «γεια σας κύριε» αμέτρητες φορές τη μέρα
•Που τον ενδιαφέρουν πιο πολύ οι μαθητές του από το μάθημα
•Που έχει για κίνητρο την αγάπη του για τα παιδιά και όχι την αγάπη των παιδιών για κείνον 
•Που ανάβει φωτιές στο μυαλό των παιδιών ενώ τον προορίζουν για  πυροσβέστη
•Που θέλει να είναι πάντα ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει για να το ερωτεύονται και οι μαθητές του
•Είναι αυτός ο ενοχλητικός συναγερμός , αυτό το ξυπνητήρι που θέλεις να σπάσεις
•Η  βόμβα παιδείας που θέλουν να  απενεργοποιήσουν πριν εκραγεί σε ανεξέλεγκτο φως   
•Που πασχίζουν να τον αποδυναμώσουν γιατί φοβούνται το αυτονόητο που ρόλος του απαιτεί : να επηρεάζει
• Που θέλουν να τον ελέγχουν γιατί φοβούνται ότι δια-μορφώνει το αύριο  
•Που προσπαθεί να είναι σεμνός υπηρέτης της μάθησης και όχι φωτεινός παντογνώστης
•Που θέλει να εντυπωσιάζεται παρά να εντυπωσιάζει
•Είναι εκείνος που του απαγορεύουν να ζητάει οικονομική αξιοπρέπεια γιατί κάνει λειτούργημα
•Που οι γονείς τον βλέπουν ως ανταγωνιστή και συγκρίνονται μαζί του
•Που θέλει να διδάσκει και όχι να δασκαλεύει
•Που θεωρεί ότι το σχολείο πρέπει να φροντίζει αλλά όχι να φροντιστηριοποιεί
•Που δυναμώνει τις διαφορετικότητες  ενώ έχει λάβει εντολή να κόβει ότι προεξέχει
•Που ομαδοποιεί αλλά δεν εξομοιώνει
•Που δεν ξεχνάει εκείνον τον μικρό που κάθεται μόνος του στο τελευταίο θρανίο
•Που χαίρεται άμα τον στριμώχνουν οι ερωτήσεις των μαθητών του
•Που βλέπει τους βαθμούς και τις εξετάσεις ως αναγκαίο κακό και όχι ως αυτοσκοπό 
•Που κατσουφιάζει με τις λέξεις επίδοση και απόδοση και χαμογελάει με τη λέξη    προσπάθεια
•Είναι ο εκπαιδευτικός που ξεκινά σαν ρόλος και γίνεται ταυτότητα
•Όχι κάτι σαν δεύτερη φύση μα σαν πρώτη
•Που δεν θέλει τίποτα άλλο να κάνει , δεν νιώθει ότι τίποτα άλλο έχει τόση αξία
•Που αν και λαχταρά και ξέρει ότι δικαιούται λίγη αναγνώριση παραπάνω λέει δεν πειράζει αφού κάνει αυτό που αγαπά
•Είναι η σήραγγα που ενώνει δύο παράλληλα σύμπαντα , των μεγάλων και των μικρών
•Που με χαρά γίνεται ο κυματοθραύστης για τα παιδιά αλλά απεχθάνεται να γίνεται ο σάκος του μποξ ή ο αποδιοπομπαίος τράγος για τους μεγάλους
•Που η καρδιά του μένει παιδική και που πληγώνεται στη γενίκευση  μεμονωμένων πράξεων κάποιων που ψευδεπίγραφα φέρουν τον ίδιο τίτλο
•Που όταν αντιδρά σε νόμους και διατάγματα είναι γιατί νιώθει ευθύνη και όχι γιατί είναι αντιδραστικός
•Που είναι ο πιο σκληρός αξιολογητής του εαυτού του και που ποτέ δεν του βάζει άριστα
•Που δεν θέλει να είναι πρότυπο για τους μαθητές του αφού λαχταράει να γίνουν καλύτεροι από αυτόν
•Που δεν μπορεί να γιορτάσει την «ημέρα του εκπαιδευτικού» όσο η εκπαίδευση υποφέρει 
•Να τον φοβάστε τον εκπαιδευτικό ,γιατί μπορεί και να μυήσει τα παιδιά στη συνωμοσία της γνώσης και τότε μπορεί να κάνουν αυτό που τρέμετε περισσότερο, να αποφασίσουν να αλλάξουν τον κόσμο.

Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Πηγή : www.alfavita.gr

Η αριστοτελική ευτυχία

 
Η ανθρώπινη ευτυχία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ορίζεται ως ενέργεια και όχι ως παθητική κατάσταση, ως συνεχής δηλαδή και αδιάκοπη προσπάθεια να ενεργεί ο άνθρωπος με γνώμονα την αρετή.
Στο τέλος του Α' βιβλίου των "Ηθικών Νιχομαχείων" του αναφέρει : «ἡ εὐδαιμονία ἐστὶ ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ' ἀρετὴν τελείαν».
Ενέργεια λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία του ανθρώπου, όχι κατάσταση, και πάντως ενέργεια της ψυχής του, με τους κανόνες της τέλειας αρετής. Με άλλα λόγια, χωρίς την αρετή ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.
Και πώς ορίζεται η αρετή ; Ως "μεσότητα", δηλαδή ως αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης, που επιλέγεται ελεύθερα από το συνετό και λογικό άνθρωπο.
Και πώς εφαρμόζεται στην καθημερινή ζωή αυτή η περίφημη "μεσότητα" ; Με το να κάνει ο καθένας αυτό που πρέπει, όταν πρέπει, σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει, σε σχέση με τους ανθρωπους που πρέπει, για τους λόγους που πρέπει και γενικά με το να χαίρεται και να λυπάται με αυτά που πρέπει, πράγμα που είναι χαρακτηριστικό της ορθής παιδείας.
Πραγματικά ανεξάντλητος...

Σύγχρονη κοσμολογία: η επιτομή της Τεχνολογίας, των μεθόδων παρατήρησης και της Θεωρίας

GALAXY

  Ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Αστρονομίας και Εφηρμοσμένων Μαθηματικών
     Η τελευταία δεκαπενταετία έχει χαρακτηριστεί και δικαίως ως η πιο σημαντική περίοδος για την επιστήμη της Κοσμολογίας, δηλαδή την επιστήμη που μελετά την γέννεση, δομή και εξέλιξη του Σύμπαντος. Η τεχνολογική επανάσταση στην ηλεκτρονική, την οπτική, την διαστημική έχει δώσει τη δυνατότητα κατασκευής συσκευών αποτύπωσης σήματος, τηλεσκοπίων, διαστημοσυσκευών και δορυφόρων που με την σειρά τους έδωσαν τη δυνατότητα παρατήρησης του σύμπαντος με εκπληκτική ακρίβεια. Πλέον οι γνώσεις μας για την εξέλιξη του Σύμπαντος και των κοσμικών δομών που περιέχει αυξάνονται σχεδόν με εκθετικό ρυθμό, τέτοιο που έχουμε σχεδόν πάψει να νιώθουμε έκπληξη με τις απανωτές μεταβολές που επιφέρουν στις γνώσεις μας για το Σύμπαν η ανάλυση των σύγχρονων παρατηρησιακών δεδομένων που συλλέγονται από δορυφορικά και επίγεια τηλεσκόπια και ανιχνευτές σωματιδίων.
Η ενδελεχής ανάλυση των σύγχρονων δεδομένων διαστημικών και επίγειων παρατηρήσεων μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Σύμπαν στο οποίο ζούμε είναι ομογενές και ισότροπο σε μεγάλες κλίμακες και έχει ηλικία περίπου 13.8 δισεκατομμυρίων ετών.
     Για να ξεκινήσουμε όμως την σύντομη εξιστόρηση της «Κοσμολογικής» μας διαδρομής πρέπει να τονίσουμε ότι η Κοσμολογία παρόλο που προσπαθεί να δώσει απάντηση σε θεμελιώδη ερωτήματα που έθεσε ο άνθρωπος από την αυγή ακόμα του πολιτισμού, κατορθώνει να ξεφεύγει από το θεολογικό αρχικό περιεχόμενο της μόνο στις αρχές του 20ού αιώνα με την θεμελίωση από τον Αλβέρτο Αϊνστάιν της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας (ΓΘΣ) και να κατακτήσει πια την θέση της, περίοπτη μάλιστα, ανάμεσα στις σύγχρονες επιστήμες.
     Η σύγχρονη και τεκμηριωμένη άποψη για την αρχή και την εξέλιξη του Σύμπαντος (Θεωρία της «Μεγάλης Εκρήξεως», όνομα που προτάθηκε από τον φυσικό και αστρονόμο αββά George Lemaitre το 1927 αν και αρχικά με λίγο διαφορετικό όνομα: «η υπόθεση του πρωταρχικού ατόμου»), υποστηρίζει ότι το Σύμπαν ξεκίνησε από μια αρχικά υπέρπυκνη και υπέρθερμη κατάσταση η οποία θα μπορούσε θεωρητικά να προέλθει από διάφορες εκφάνσεις των θεωριών κβαντικής βαρύτητας. Τα δε κύρια στοιχεία που υποστηρίζουν την ορθότητα αυτού του γενικού πλαισίου της θεωρίας και που δεν ερμηνεύονται στο σύνολό τους από καμία άλλη θεωρία είναι: (1) η διαστολή του Σύμπαντος, (2) το υπόβαθρο ακτινοβολίας μικροκυμάτων και (3) η γένεση και τα αρχικά ποσοστά των ελαφρών χημικών στοιχείων.
     Η διαστολή του Σύμπαντος παρατηρήθηκε για πρώτη φορά από τον Αμερικανό αστρονόμο Χάμπλ στην δεκαετία του '20, είχε όμως προβλεφθεί από την ΓΘΣ. Σημαντική απόδειξη της ορθότητας της θεωρίας της μεγάλης εκρήξεως απετέλεσε η ανακάλυψη το 1967 από τους Αμερικανούς αστρονόμους Πενσίας και Ουίλσον της λεγόμενης Κοσμικής Ακτινοβολίας Μικροκυμάτων του υπόβαθρου (για συντομογραφία ΚΑΜ), δηλαδή της θερμικής ακτινοβολίας που γέμισε το Σύμπαν μετά την αρχική έκρηξη και που η σημερινή της θερμοκρασία είναι 2.73οΚ περίπου. Η θερμική προέλευση της ΚΑΜ αποδείχτηκε περίτρανα με τα δεδομένα του δορυφόρου COBE της ΝΑΣΑ το 1989. Δύο νεότερες διαστημικές αποστολές παρατήρησης της μικροκυματικής ακτινοβολίας υποβάθρου, πρώτα ο WMAP της NASA και κατόπιν ο PLANCK του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, εντόπισαν εκπληκτικής σπουδαιότητας διαταραχές της θερμοκρασίας της ΚΑΜ (εικόνα 1) η μελέτη των οποίων απέδειξε ότι η γεωμετρία της χωρικής συνιστώσας του χωρόχρονου είναι «Ευκλείδια». Επιπλέον, με την ανάλυση μακρινών υπερκαινοφανών αστέρων βρέθηκε ότι το Σύμπαν διαστέλλεται με επιταχυνόμενο ρυθμό, γεγονός που έχει ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα μιας άγνωστης μορφής ενέργειας, την οποία έχουμε ονομάσει «σκοτεινή ενέργεια», και η οποία δρα με φορά αντίθετη από αυτή της βαρύτητας.
     Σχήμα 1: Οι διαταραχές θερμοκρασίας του υπόβαθρου τη ακτινοβολίας μικροκυμάτων από τις παρατηρήσεις του δορυφόρου Planck της ESA. Ουσιαστικά αποτυπώνουν το Σύμπαν όταν είχε ηλικία μόλις 380000 έτη (3/100000 περίπου της σημερινής του ηλικίας). Αυτές οι παρατηρήσεις έδωσαν την δυνατότητα στους επιστήμονες να υπολογίσουν με ακρίβεια την καμπυλότητα του χώρου και επομένως το γεγονός ότι το Σύμπαν είναι «Ευκλείδιο» (έχει καμπυλότητα μηδέν).
earth
     Η ενδελεχής ανάλυση των σύγχρονων δεδομένων διαστημικών και επίγειων παρατηρήσεων μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Σύμπαν στο οποίο ζούμε είναι ομογενές και ισότροπο σε μεγάλες κλίμακες και έχει ηλικία περίπου 13.8 δισεκατομμυρίων ετών, πιστεύουμε δε ότι το πρώιμο Σύμπαν πέρασε από μια φάση επιταχυνόμενης διαστολής, που ονομάζεται πληθωρισμός, σύντομης χρονικής διάρκειας και μετά από μία παρατεταμένη περίοδο στην οποία κυριαρχούσαν κατά σειρά η ακτινοβολία και μετά η ύλη, τα τελευταία 7 δισεκατομμύρια χρόνια εισήλθε και πάλι σε φάση επιταχυνόμενης διαστολής. Γνωρίζουμε επίσης ότι από το συνολικό ποσό υλοενέργειας που περιέχει, μόνο το 30% αποτελείται από ύλη. Παρά την τεράστια πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για την φύση του υπόλοιπου 70%, την «σκοτεινή ενέργεια», και που όπως είπαμε παραπάνω ευθύνεται για την σημερινή επιταχυνόμενη διαστολή του Σύμπαντος.
     Αν και πολλά μοντέλα «σκοτεινής ενέργειας» έχουν προταθεί, εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι αυτό της κοσμολογικής σταθεράς, που είναι μία ενέργεια σταθερή στον χρόνο και την οποία πρωτοεισήγαγε ο Αϊνστάιν αυθαίρετα στις εξισώσεις πεδίου της ΓΘΣ για να επιβάλει στατικές λύσεις, το οποίο αναπαράγει μεν με ακρίβεια τις παρατηρήσεις αλλά δεν είναι απαλλαγμένο από σημαντικά θεωρητικά προβλήματα. Η Κοσμολογική σταθερά έχει ερμηνευτεί ως η ενέργεια του κενού όπως υποστηρίζει η κβαντομηχανική (από το γεγονός ότι ζεύγη σωματίων & αντισωματίων δημιουργούνται από το κενό και παρόλο που ζουν ελάχιστα δίνουν στο κενό μη-μηδενική δυναμική ενέργεια). Στην ΓΘΣ όλες οι μορφές ενέργειας δημιουργούν βαρυτικό πεδίο, άρα και η ενέργεια του κενού. Σχηματικά μπορούμε να δούμε πως διαστέλλεται το Σύμπαν στην περίπτωση αυτή στην εικόνα 2.
     Όμως έχουμε το παράδοξο ότι η κβαντική θεωρία πεδίου, που προβλέπει την ύπαρξη κοσμολογικής σταθεράς, προβλέπει επίσης ότι πρέπει να έχει τιμή 10120 φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή τιμή της, όπως αυτή υπολογίζεται από την μελέτη των μακρινών υπερκαινοφανών αστέρων!
      Πολλές θεωρίες για τη φύση της «σκοτεινής» ενέργειας έχουν προταθεί (πχ. παραλλαγές της θεωρίας της βαρύτητας, νέα σωματίδια, νέα πεδία) οι οποίες ελέγχονται από τους ερευνητές στο εάν και κατά πόσο επαληθεύονται από τις σύγχρονες κοσμολογικές παρατηρήσεις. Βασικές ερωτήσεις που προσπαθούν μεταξύ άλλων να απαντήσουν οι Κοσμολόγοι σήμερα είναι: το αρχικό πεδίο το οποίο δίνει έναυσμα στον πληθωρισμό στο νεαρό Σύμπαν και στη συνέχεια «σβήνει» για τα επόμενα 7 δισεκατομμύρια χρόνια, έχει τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά με την σκοτεινή ενέργεια που ξανακυριαρχεί στην κοσμική εξέλιξη τα τελευταία 7 δισεκατομμύρια χρόνια; ή μήπως έχουμε να κάνουμε με δύο τελείως διαφορετικές καταστάσεις οι οποίες προέρχονται από διαφορετικά πεδία; Προτάσεις φυσικά υπάρχουν αλλά το ερώτημα αυτό παραμένει μέχρι σήμερα αναπάντητο.
Είναι αξιοπερίεργο επίσης ότι κοντά στη σημερινή εποχή η «σκοτεινή ενέργεια» συμμετέχει στο συνολικό ποσό συμπαντικής υλο-ενέργειας με ποσοστό που είναι συγκρίσιμο με αυτό της ύλης (σκοτεινής και βαρυονικής), γεγονός που αποτελεί το λεγόμενο «πρόβλημα σύμπτωσης», μιας και δεν υπάρχει κανείς a priori φυσικός λόγος για αυτή την σύμπτωση. Επιπλέον, υπάρχει και το πρόβλημα γιατί το ποσό της συμπαντικής υλο-ενέργειας έχει ακριβώς την κρίσιμη τιμή και όχι οποιανδήποτε από την απειρία των τιμών που θα μπορούσε να έχει.
time
      Σχήμα 2: Η εξέλιξη της ακτίνας του Σύμπαντος με τον κοσμικό χρόνο για την περίπτωση ύπαρξης «σκοτεινής ενέργειας» με την μορφή Κοσμολογικής σταθεράς. Μετά την αρχική «έκρηξη» η διαστολή αρχίζει να επιβραδύνεται λόγω της ιδιοβαρύτητας του Σύμπαντος αλλά μετά από 7 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια τις ελκτικές δυνάμεις τις υπερνικά η «αντι-βαρυτική» δράση της «σκοτεινής ενέργειας». Δύο μοντέλα παρουσιάζονται: Η περίπτωση Ευκλείδιου Σύμπαντος (δηλαδή Σύμπαν το οποίο περιέχει την κρίσιμη τιμή συνολικής υλο-ενέργειας) φαίνεται με την ροζ καμπύλη ενώ η περίπτωση κλειστού Σύμπαντος (δηλαδή Σύμπαν το οποίο περιέχει παραπάνω από την κρίσιμη τιμή συνολικής υλο-ενέργειας αλλά και Κοσμολογική σταθερά) φαίνεται με την λευκή καμπύλη.
     Μια πιθανή λύση στα προβλήματα αυτά μπορεί να αναζητηθεί στο γεγονός ότι εάν το Σύμπαν διαστελλόταν με ρυθμό μεγαλύτερο της κρίσιμης τιμής τότε η βαρυτική έλξη δεν θα μπορούσε να δράσει καταλυτικά ώστε να καταρρεύσουν βαρυτικά οι κοσμικές δομές και να δημιουργηθούν αστέρες, στον πυρήνα των οποίων συντίθενται τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία για την ύπαρξη ζωής (οξυγόνο, άνθρακας κλπ). Αντίστοιχα, εάν το Σύμπαν διαστελλόταν με ρυθμό σημαντικά βραδύτερο της κρίσιμης τιμής, εάν δηλαδή περιείχε πολύ μεγαλύτερο συνολικά ποσό υλο-ενέργειας, τότε πάλι πριν προλάβουν να δημιουργηθούν οι κοσμικές δομές και οι αστέρες, το Σύμπαν θα είχε ξανά-συσταλεί σε μία υπέρθερμη θάλασσα ακτινοβολίας. Επομένως, το γεγονός της ύπαρξης μας προϋποθέτει ότι το Σύμπαν διαστέλλεται περίπου με τον ρυθμό που μετράμε.
     Αυτή η «κοσμική συνωμοσία» μπορεί να ερμηνευτεί εάν υπάρχουν άπειρα Σύμπαντα, όπου πραγματώνονται όλοι οι δυνατοί συνδυασμοί παραμέτρων και εκδοχών, και επομένως σε αυτά όπου οι συνθήκες είναι ευνοϊκές αναπτύσσεται η ζωή. Άλλες ερμηνείες βασίζονται σε αυτό που ονομάζεται «Ανθρωπική Αρχή», δηλαδή ότι το Σύμπαν πρέπει να έχει όλες εκείνες τις ιδιότητες που επιτρέπουν τη ανάπτυξη ευφυούς ζωής σε κάποια φάση της εξέλιξης του, και ότι οι παρατηρητές είναι απαραίτητοι για την ύπαρξη του Σύμπαντος. Πολλές φορές αυτή η αρχή χρησιμοποιείται σαν πανάκεια για να δώσει λογικοφανή ερμηνεία σε φαινόμενα που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε αλλά αυτή της η χρήση είναι αντι-επιστημονική. Αυτά βέβαια τα ερωτήματα βρίσκονται στην διεπαφή μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας και θα αποτελούν λόγο έντονων συζητήσεων και διενέξεων πιθανώς στο διηνεκές.
     Τελειώνοντας αυτή την σύντομη παρουσίαση των βασικών στοιχείων της σύγχρονης Κοσμολογίας και των παρατηρήσεων που στηρίζουν το θεωρητικό της εποικοδόμημα επισημαίνουμε ότι στα επόμενα χρόνια αναμένουμε έναν μεγάλο αριθμό στοχευμένων πειραμάτων* να δώσουν αποτελέσματα που πιστεύουμε ότι θα απαντήσουν σε πολλά αναπάντητα κοσμολογικά ερωτήματα, αλλά είμαστε επίσης βέβαιοι ότι θα θέσουν και πολλά νέα ερωτήματα...

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Πολιτικά κόμματα και "think tanks" στην Αρχαία Αθήνα

ANCIENT ATHENS
 
     Υπήρχαν στην Αθήνα των κλασικών χρόνων ομάδες ψηφοφόρων που ακολουθούσαν πιστά έναν ή περισσότερους πολιτικούς αρχηγούς; Με άλλα λόγια, είχε η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία κόμματα; Επηρεασμένοι τόσο από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα όσο και από την πολιτική πραγματικότητα των ημερών τους, οι ιστορικοί του 19ου αλλά και του μεγαλύτερου μέρους του 20ού αιώνα υπέθεταν πως το πολιτικό σύστημα στην αρχαία Αθήνα ήταν οργανωμένο με τρόπο παρόμοιο με το σημερινό. Παρά το ενδιαφέρον που παρουσιάζει, το θέμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξειδικευμένης μελέτης παρά μόνον πρόσφατα, στο πλαίσιο του ευρύτερου διαλόγου για τη δημοκρατία.

     Ας θυμηθούμε τα βασικά. Η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία ήταν άμεση, όχι αντιπροσωπευτική όπως οι σύγχρονές μας. Κάθε πολίτης είχε τη δυνατότητα να εισηγηθεί στο Δήμο πολιτικές προτάσεις, αλλά και να ψηφίσει υπέρ ή κατά των προτάσεων που συζητούνταν. Στην πράξη ήταν λίγοι εκείνοι που ασκούσαν το δικαίωμα της δημόσιας παρέμβασης στην Εκκλησία του Δήμου, ωστόσο όλοι ψήφιζαν -και οι αποφάσεις λαμβάνονταν με την πλειοψηφία των παρισταμένων. Κάθε πολίτης διαμόρφωνε τη γνώμη του είτε με βάση τα συμφέροντά του, είτε παρακολουθώντας τις αντιπαραθέσεις των ρητόρων στην Εκκλησία.
     Εύλογα υποθέτει κανείς πως οι πολιτικοί της εποχής έκαναν τις απαραίτητες «ζυμώσεις» και προετοίμαζαν το έδαφος για να μπορέσουν οι προτάσεις τους να αποκτήσουν την απαραίτητη στήριξη. Όμως τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας δεν παραπέμπουν με ασφάλεια σε ομαδικές προτάσεις ή, έστω, σε προτάσεις που εκπροσωπούσαν ρητά συγκεκριμένες ομάδες. Η απουσία οργανωμένης ομαδικής υποστήριξης ενός πολιτικού και κοινωνικού ζητήματος είναι μια βασική διαφορά ανάμεσα στην πολιτική οργάνωση της αρχαίας δημοκρατίας και στη σημερινή. Στην αρχαία Αθήνα, αυτού του είδους η ομαδικότητα λείπει από τις πολιτικές παρεμβάσεις σε καιρό ειρήνης, ενώ είναι γνωστή από τις προσπάθειες ανατροπής της δημοκρατίας το 411 π.Χ. και το 404 π.Χ.
Ο λαός δεν ψήφιζε ακολουθώντας άκριτα μια πολιτική «γραμμή». Και η σχέση του πολιτικού με το κοινό δεν εξαρτιόταν από ένα συγκεκριμένο «μπλοκ» υποστηρικτών, αλλά έπρεπε να κερδηθεί κάθε φορά εξ αρχής.
     Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η ύπαρξη κομμάτων στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία προϋποθέτει:
- την ύπαρξη διακριτών ανταγωνιστικών πολιτικών ομάδων, κάθε μία από τις οποίες είχε συγκεκριμένους αρχηγούς και αρκετούς ακολούθους
- κάποια σταθερότητα αυτών των ομάδων σε βάθος χρόνου ως προς τα «πιστεύω» τους
- αφοσίωση των υποστηρικτών στους ηγέτες τους
- ανταγωνισμό ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες, προκειμένου να καταφέρουν να επιβάλλουν την άποψή τους.
     Αν αυτά είναι τα κριτήρια που στοιχειοθετούν την ύπαρξη κομμάτων, θα συμφωνήσουμε πως στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχαν κόμματα σαν τα σημερινά. Στις μέρες μας, θα μπορούσαμε να ορίσουμε το κόμμα ως μια ομάδα πολιτών με διακριτό τίτλο η οποία συμμετέχει σε εκλογές και, μέσω των εκλογών, επιδιώκει να προωθήσει τα στελέχη της σε δημόσια αξιώματα. Η εξάρτηση των σύγχρονων κομμάτων από τις εκλογές και η σύνδεσή τους με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία φανερώνουν με τον πιο απλό τρόπο πως το γνώριμο σε εμάς πολιτικό μοντέλο δεν είχε θέση στην αρχαία Αθήνα, όπου δεν υπήρχαν καν εκλογές όπως τις ξέρουμε. Σήμερα οι αποφάσεις λαμβάνονται από πολιτικούς που ανήκουν σε κόμματα και εκλέγονται για να εκπροσωπήσουν μια μερίδα του εκλογικού σώματος, ενώ στην αρχαία Αθήνα οι αποφάσεις λαμβάνονταν απευθείας από τον λαό.
agora
     Αυτές οι διαφορές δεν σημαίνουν πως στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε απολύτως καμία πολιτική οργάνωση. Υπήρχαν μικρές πολιτικές ομάδες που συνδέονταν με πολιτικούς αρχηγούς και έπαιρναν το όνομά τους, όπως για παράδειγμα «οι αμφί τον Πείσανδρον» ή «οι περί τον Επικράτη και Κέφαλον». Πιθανώς αυτές οι ομάδες λειτουργούσαν σαν τα σημερινά πολιτικά "think tanks", ήταν δηλαδή αφιερωμένες στην παραγωγή και ανταλλαγή πολιτικών απόψεων, αλλά όχι δομημένα κόμματα. Δίπλα τους υπήρχαν μεγαλύτερες ομάδες Αθηναίων ψηφοφόρων που ακολουθούσαν τακτικά συγκεκριμένους πολιτικούς ηγέτες. Ο Πλούταρχος αναφέρει πώς ο Θουκυδίδης του Μελησία, πολιτικός αντίπαλος του Περικλή, εντόπισε στην Εκκλησία του Δήμου τους αριστοκρατικούς που ήταν διασκορπισμένοι μέσα στο πλήθος και προσπάθησε να ενώσει τις δυνάμεις τους, ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ και να κλίνει η ζυγαριά των αποφάσεων με το μέρος τους (Περικλής, 11.2). Ο ίδιος περιγράφει αλλού πώς οι κύκλοι του Νικία και του Αλκιβιάδη συναντήθηκαν μυστικά, πήραν κοινές αποφάσεις και ένωσαν τις δυνάμεις τους για να επιτύχουν τον οστρακισμό του Υπέρβολου (Πλούταρχος, Βίος Νικίου, 11.5).
     Αυτές οι αναφορές σε οργανωμένες ομάδες που μοιάζουν με κόμματα αποτελούν μαρτυρίες που καταγράφηκαν περίπου πέντε αιώνες μετά τα γεγονότα που περιγράφουν. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει μια ως τώρα αναξιοποίητη μαρτυρία του Δημοσθένη, προερχόμενη από λόγους που εκφώνησε στην Εκκλησία του Δήμου στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.
Ο Δημοσθένης ασκεί κριτική στους συμπολίτες του για την πολιτική συμπεριφορά τους και λέει, μεταξύ άλλων: «... τρωγόμαστε μεταξύ μας και διχογνωμούμε, γιατί οι μεν πιστεύουν αυτά, οι δε τα άλλα, κι έτσι οι κοινές υποθέσεις οδηγούνται σε αδιέξοδο». Και συνεχίζει: «Γιατί στο παρελθόν, Αθηναίοι, εισφέρατε φόρους κατά ομάδες, ενώ τώρα πολιτεύεστε σε ομάδες. Σε κάθε ομάδα αρχηγός είναι ένας ρήτορας που έχει υπό τις διαταγές του έναν στρατηγό και τριακόσιους κράχτες. Οι υπόλοιποι είστε μοιρασμένοι, άλλοι με τούτους άλλοι με εκείνους». (Δημ. 13.20 και 2.29).
     Οι πολιτικές ομάδες στις οποίες αναφέρεται ο Δημοσθένης προσεγγίζουν περισσότερο τη σύγχρονή μας ιδέα για τα κόμματα: λίγοι αρχηγοί και πολλοί υποστηρικτές, από τους οποίους κάποιοι παρίστανται στην Εκκλησία, όπου εκφράζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών αντιπάλων.
     Φαίνεται λοιπόν πως στην αθηναϊκή δημοκρατία υπήρχαν ορισμένες ομαδοποιήσεις των πολιτών, αλλά έλειπαν η οργάνωση και η πειθαρχία που χαρακτηρίζουν τα σημερινά κόμματα. Οι μόνες σαφείς κοινωνικοπολιτικές διαφοροποιήσεις αφορούσαν την τομή μεταξύ ολιγαρχικών και δημοκρατικών και έβρισκαν την εκπροσώπησή τους είτε στη δημόσια αντιπαράθεση ενώπιον του λαού, είτε στις υπόγειες ομαδοποιήσεις - δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το ότι αυτή η αντιπαράθεση κατέληξε στην κατάλυση της δημοκρατίας και την επαναφορά της.
     Ωστόσο, ο λαός δεν ψήφιζε ακολουθώντας άκριτα μια πολιτική «γραμμή». Και η σχέση του πολιτικού με το κοινό δεν εξαρτιόταν από ένα συγκεκριμένο «μπλοκ» υποστηρικτών, αλλά έπρεπε να κερδηθεί κάθε φορά εξ αρχής, με βασικά όπλα το πολιτικό αισθητήριο, τη ρητορική δεινότητα, αλλά και τη φήμη που είχε ως γνήσιος υπερασπιστής των συμφερόντων του λαού. Το ίδιο το σύστημα φρόντιζε με ένα σωρό τρόπους να αποκλείσει τις δυνατότητες ομαδοποίησης.
Η λειτουργία της Εκκλησίας, η επιλογή αξιωματούχων με κλήρο, τα λαϊκά δικαστήρια και η εναλλαγή των μελών στη Βουλή περιόριζαν σημαντικά τις όποιες δυνατότητες. Ναι, υπήρχαν πολιτικές ομάδες, μεγαλύτερες ή μικρότερες, συνεκτικές ή χαλαρότερες στη δομή τους. Αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα τις αποδυνάμωνε αισθητά, ενισχύοντας την ατομική δυνατότητα και ισχύ.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
V.I. Anastasiadis, "Political "Parties" in the Athenian Democracy: A Modernizing Topos", Arethusa τ. 32 (1999), 313-335.
W. Robert Connor, The New Politicians of 5th-century Athens (Πρίνστον 1971)
M. H. Hansen, The Athenian Assembly in the Age of Demosthenes (Οξφόρδη 1987)
M. H. Hansen, The Athenian Democracy in the Age of Demosthenes (Λονδίνο 1999)
M. H. Hansen, "Political Parties in Democratic Athens", Greek, Roman and Byzantine Studies τ. 54 (2014) 379-403
Μ. Β. Σακελλαρίου, Η Αθηναϊκή Δημοκρατία (Ηράκλειο 1999)

Σχόλια στο αναλυτικό πρόγραμμα ανθρωπιστικής κατεύθυνσης Β και Γ Λυκείου για το 2015-2016

 

(Ανοιχτή  επιστολή  προς  τους    Φιλολόγους συναδέλφους και προς  τους   
Υπουργούς   Παιδείας,   κ.  Α.  Μπαλτά  και  κ.  Τ. Κουράκη.)

Σε συνέχεια  του προηγούμενου άρθρου μου που  αφορούσε σχολιασμό σχετικό με το πρόγραμμα θεωρητικών μαθημάτων Γενικής Παιδείας της Γ’ Λυκείου σχ.  ετους  2015-2016,  μετατοπίζομαι  στο  σχολιασμό του  προγράμματος  των μαθημάτων  της  Ανθρωπιστικής  Κατεύθυνσης Β’ και  Γ’ Λυκείου .  Και η  ένσταση είναι  τώρα  πιο  αιχμηρή  από οποτεδήποτε  άλλοτε,  γιατί  από  μια  νέα κυβέρνηση  «αριστερού ήθους και  ύφους», οι  μάχιμοι καθηγητές - φιλόλογοι περιμένουμε  μια  άλλη  προσέγγιση  του σκοπού,  του  νοήματος  και συνεπώς   της αντίστοιχης  οργάνωσης και  λειτουργίας του Πολιτικου θεσμού  που λέγεται Παιδεία.    
Κι  αυτό  γιατί  η  υποβάθμιση των  ανθρωπιστικών  σπουδών, που  ξεκίνησε   από  τα  «τεχνοκρατικού  πνεύματος» υπουργεία  παιδείας της   δεκαετίας  του ΄80,  φαίνεται  ότι  όχι  μόνο  διαιωνίζεται, αλλά  και  ότι  επιτείνεται κατά τρόπο   απαξιωτικό,    όπως  τουλάχιστον  φαίνεται  από  το  νέο  ωρολόγιο  και  αναλυτικό  πρόγραμμα  σχ.  έτους  2015-2016.
Και για  να  μιλήσω  σαφέστερα,  αναφέρομαι  καταρχάς στο  μάθημα  των  Λατινικών που, από δίωρο  μάθημα  κατεύθυνσης  της  Β’ Λυκείου,  αφαιρέθηκε εντελώς  ήδη  από  τη  σχολ.  χρονιά  2014-2015,    χωρίς όμως  διαφοροποίηση  του  νέου  υπουργείου,  ενώ  αναπληρώνεται  με  μια  επι  πλέον  ώρα  στο  πρώτο  τετράμηνο  της  Γ!   Και  βέβαια  υποδιπλασιάζεται   η ήδη  ανάπηρη  ύλη  των  Λατινικών  που  βγάζει  ημιμαθείς  μελλοντικούς  φιλολόγους. Κοροιδευόμαστε  λοιπόν;  Ποια   γλώσσική  δομή  θα  κατανοηθεί και  θα  αφομοιωθεί μέσα  στα  πλαίσια  αυτού  του  αναλυτικού  προγράμματος,  και  ποιος  σοβαρος  φιλόλογος  θα  εισαχθεί  και  θα  αποφοιτήσει,  για  να  ερευνησει  ή  να  διδάξει   τις  επόμενες  γενιές;   
 Εκτός  αν  το  «αφανές  πλην  αληθές»    σκεπτικό     των  ιθυνόντων της  προηγόυμενης  κυβέρνησης, που  όμως  φαίνεται  να  διαιωνίζει  και  η  νέα,  είναι  η  βαθμιαία    απάλειψη   του  μαθήματος.  Τότε  γιατί  δεν  διαγράφεται  εντελώς, αν  θεωρείται  ότι  η  Λατινική   γλώσσα και   γραμματεία  δεν  αποτελουν  ένα  αναγκαίο  γνωστικό  πεδίο  για  τους  αποφοίτους  των  Φιλοσοφικών  Σχολών;   
         Ή   μήπως υπερισχύει  ένα       πνεύμα    λαϊκισμού  που ισοδυναμεί  εδώ  με  την  αρχή της  ήσσονος  προσπάθειας  των  υποψηφίων ;    
Αν  δεν  ισχύει  όμως το παραπάνω  σκεπτικό,  και  υπάρχει  ενδιαφέρον  για  την ποιότητα  των  υποψηφίων, των φοιτητών,  των αποφοίτων  των  Φιλοσοφικών  σχολών,   δεν  είναι  γνωστό   ότι  οι  δομικές  γνώσεις-  και  μάλιστα  μιας  γλώσσας  κλασσσικής-  δομούνται  στην  Εγκύκλια  Παιδεία;  Δεν   είναι  αυτονόητο  ότι  η  Τριτοβάθμια παιδεία δικαιούται  να  βασιστεί  σαυτή  τη  γνώση,  για  να τη  πλατύνει  και  να  τη  βαθύνει  από  τη  μια  ή  και   για   να  οδηγήσει   τον  διαμορφούμενο  επιστήμονα  στο  πεδίο  της  έρευνας;
Και ως  προς  το  αναλυτικό  πρόγραμμα   και  το  περιεχόμενο  σπουδών  της Λατινικής,  γιατί  αυτή  η  εμμονή  σε ένα  αξιοθρήνητο  αριθμό  τσεκουρεμένων  κειμένων   που εκ  των  πραγμάτων   ‘παπαγαλίζονται;  Γιατί  ο  υποψήφιος  δεν  πρέπει,  αν  θέλει  να  είναι  σοβαρή  η  προσπάθεια  και  η  σχολή  που  θα  τον  δεχτεί,    να  είναι  σε  θέση-  καταναλογίαν  προς το  επίπεδο  των  γενιών   του θεσμού  των  εισαγωγικών  εξετάσεων  πριν από   τη  δεκαετια  του  1980-  να  αντιμετωπίζει,  βασει  μιας  γερής  δομικής  γνώσης  της  Λατινικής,  ακόμα  και  άγνωστο  κείμενο;   
Όσο  για  την  Αρχαία  Ελληνική  Γραμματεία,  ως  μάθημα  ανθρωπιστικής  κατεύθυνσης,  δεν  είναι  κοροιδεία  να συνεχίζει να   βασίζεται  η  αξιολόγηση  του  μελλοντικού    φοιτητή,   φιλολόγου - καθηγητή  ή  ερευνητή  στην  αποστήθιση  ενός  διδαγμένου  χιλιοεξετασμένου   κειμένου, που ωστόσο  κατέχει βαθμολογικά  «τη  μερίδα  του  λέοντος» και  μάλιστα  σε   βάρος  του « Αδίδακτου»;
Κι  όμως,  το Αδίδακτο  κείμενο εκείνο    που  μπορεί,  με  συστηματική  προσέγγιση και  εξοικείωση,  να  κάνει  τον  υποψήφιο  να  κατανοήσει  και  να  εξοικειωθεί  σε  βάθος  με   το  αρχαιοελληνικό  γλωσσικό  κώδικα,  τα  σημαινόμενά  του,  την  αιμάτινη    συγγένειά  του    με  την  νεοελληνική  γλώσσα,   εκτινάζοντας   το  μυαλο του από  τη  εγκληματική  νωθρότητα  της  αποστήθισης,  στην  αγχίνοια,  την  κριτικότητα,  τη  συνδυαστικότητα  και  τον  προβληματισμό,  προκειμένου  να  αποκωδικοποιήσει  την  αρχαιοελληνική  σκέψη  και  έκφραση .
Δεν  θάπρεπε  λοιπόν  η  επικέντρωση  και  η  κυρίαρχη  αξιολόγηση  να  βασίζεται  σαυτή  τη  γνώση  και   εξοικείωση     του  υποψήφιου  με   το  θησαυρό  της  Αττικής  πεζογραφίας  του  Ε΄  κι  Δ΄  αι   π.Χ.;
Και συνεχίζοντας  με  το    μάθημα  της Ιστορίας διερωτώμαι:  ποιο  νόημα  έχει  η  παπαγαλία  ενός  περιορισμένου (ουσιαστικά περί  τις  90 σελίδες )  και  αποσπασματοποιημένου- από   την  ιστορική  συνεχεια και  αλληλουχία-  αριθμού  σελίδων  που αναμασώνται  κατά  βλακώδη  τρόπο  εν  όψει  των  Πανελλήνιων  εξετάσεων;  Ποια   σφαιρική  γνώση  της  ιστορίας,  ποια  ιστορική  συνείδηση, ποια κριτική  σκέψη  μπορεί  να  προκύψει, και ποιος συστηματικός  και   κριτικός    τρόπος  μελέτης  μπορεί  να  ενεργοποιηθεί,  όταν  η  προσπάθεια  του  υποψήφιου  επικεντρώνεται  στην  απομνημόνευση  ως  και  των  σημείων  στίξης ;
Επιμερίστε κατά  χρονικές  περιόδους   την  ιστορία, ήδη   από  την  πρωτη  γυμνασιου,  έτσι  ώστε  τμηματικά,  αργά  και  αβίαστα,  χωρίς ομόκεντρα   ανόητα  αναμασήματα  και  απωθητικά εκτεταμένη ύλη,  τα  παιδιά  να  παρακολουθήσουν   και  κυρίως  να  αφομοιώσουν   με  τη  χρήση  των  οπτικοακουστικών  μέσων, της  άμεσης βιωματικής εμπειρίας,   την   αιτιακή  αναγωγή  του παρελθόντος    στο  παρόν και  αντίστροφα ,   ένα  πανόραμα  που  μπορεί  να  γίνει ένα  εργαλείο  σκέψης, ερμηνείας  και  δράσης,  ένα  «κτημα ες  αιεί»,  όπως  οραματιζόταν  ο  πρωτοπόρος της  ιστορικής  επιστήμης Θουκυδίδης.       Τέλος, μια  αιτία   διαθεματικής  γνώσης,  που   συναιρεί  ποικιλία  επιστημονικών  γνώσεων  και   το  πανόραμα  της  πολιτιστικής  εμπειρίας  του  ανθρώπου  διατοπικά  και  διαχρονικά.
Βεβαίως  αυτό  το  αποτέλεσμα  δεν  μπορεί  να  προκύψει  μέσα  από  «δεύτερες  και  τρίτες  αναθέσεις»,  που  υποβαθμίζουν  ένα  μάθημα αξιώσεων ,  με  αποτέλασμα  να  υποβαθμίζεται ακόμα  περισσότερο   και  στη  συνείδηση  των  παιδιών.  Απαιτεί   καταρχάς  τον  απόφοιτο  του  Ιστορικού-Αρχαιολογικού  τμήματος  που- ως  καθ  ύλην  αρμόδιος-  συγκεντρώνει  πολύ  μεγαλύτερες  πιθανότητες, και  ως  δάσκαλος, να  εμπνεύσει  ενδιαφέρον  και  να μεταγγίσει  γνώση. 
Τοτε  ο  υποψήφιος  των  ανθρωπιστικών  σπουδών  θα  δικαιουται  και  θα  υποχρεούται να εξεταστεί  σένα  γνωστικό πεδίο διαχρονικό  και  παγκόσμιο,   όπου θα αξιολογείται  η  γνώση του πάνω  στην  εξέλιξη, το  μετασχηματισμό,  την   αλληλεπίδραση της  ανθρώπινης πολιτιστικής  πορείας.   
Το  μάθημα  της  Γλώσσας εξάλλου  που  αφορά  όλες  τις  κατευθύνσεις  οφείλει  καταρχάς  να  γίνει πλέον   συστηματικό,  δεδομένου  ότι  ένα  βασικό  ζητόυμενο  οφείλει  να  είναι  η  κατανόηση μιας εννοιολογίας  που  δεν  μεταπηδά 
ασυνάρτητα   από  το  τη  μια  εννοια  στην  άλλη, χωρίς  εμφανή  αιτιακή σχέση και αλληλουχία. Αντίθετα οφείλει  να  προσεγγίζεται  συστηματικά,  με  ευθύνη  καταρχάς  του συγγραφέα   και  παράλληλα  του  διδάσκοντος,  στη  βάση  τη ς  προσέγγισης  θεματικών  ενοτήτων  και  εννοιολογικών  κύκλων  που  διαρθρώνονται  κατά  στοχαστικό και  συστηματικό  τρόπο,  από  τη  θεματική  ενότητα « άνθρωπος»,  στην  ενότητα  «ανθρωπος  και  κοινωνικό  περιβαλλον»-  «άνθρωπος και  φυσικό  περιβάλλον»-  «προσέγγιση  του  ανθρωπου  μέσα  από  τα  έργα  του  τεχνικού  πολιτισμού»,  «προσέγγιση  του  ανθρώπου  μέσα  από  τα  έργα   του  πνευματικού  πολιτισμού».
 Είναι  ευνόητο  δε  ότι  και  η  προσέγγιση  των  επί  μέρους  θεωρητικών  εννοιών  πρέπει  να  γίνει  κατά  τρόπο  συστηματικό  και  όχι  χαώδη-  βάσει  σημείων  αναφοράς  που  σχετίζονται 1)  με  τις  πνευματικές  διαστάσεις  του  ανθρώπου2)  με  τα αλληλοεπιδρώντα επίπεδα  στα  οποία  αρθρώνεται,  δομείται  και  λειτουργεί  μια  ανθρώπινη  κοινωνία.
   Και  τέλος,  το  μάθημα  της  Νεοελληνικής  Λογοτεχνίας,  πάνω  στο  ίδιο πατρόν  κομμένο  και  ραμμένο με  τον  προηγούμενο  τρόπο  εξέτασης  των  υποψηφίων,  εξακολουθεί  να  κοροίδεύει  μαθητές,  καθηγητες,  αυριανους  επιστήμονες , διανοούμενους,  λογοτέχνες. Ας  διδαχθεί  λογοτεχνία    έτσι  ώστε  να  αξιολογηθεί  η  γνώση  και  η  ευαισθησία  του  υποψήφιου  πάνω σένα «μη  διδαγμένο»  λογοτεχνικό  κείμενο! 
Γιατί   λοιπόν,  αφού  υπάρχουν  εναλλακτικές,   αυτή  η  υποβάθμιση  των  ανθρωπιστικών  σπουδών  και  η  εμμονή  να  ταυτιστούν  εν  τελει  αυτοί  που  τις  ακολουθουν  με ανεγκέφαλα παπαγαλάκια ;  Για  να  μην  έχουν  αυτοσεβασμό;  Για  να  παραγονται  και  να  αναπαράγονται  όχι  μόνο  νωθρά  μυαλά  αλλά  και  αγράμματοι  πολίτες  στη  γλώσσα,  στην  ιστορία  στην  αισθητική  καλλιέργεια,  στην  κριτική  σκέψη  που ειδικά   τα  θεωρητικά  μαθήματα  καλούνται  να    ενεργοποιήσουν; 
Μα, ίσως  πουν  πολλοί,  είναι  ανεπίκαιρα,  αδάφορα  για  τις  τεχνοκρατικές  ανάγκες  του  σήμερα,  βαρετά. Είναι  δύσκολο  άραγε  όμως ένα  ανανεωμένο    αναλυτικό  πρόγραμμα,    περιεχόμενο, οι πολύμορφες διδακτικές  μέθοδοι και  το  μεράκι  «του δάσκαλου» να  τα  κάνουν συστηματικά, ενδιαφέροντα,  επίκαιρα; 
Αυτό  βέβαια  θέλει  μια  διαφορετική  θεώρηση  του  τι  προτίθεται  η  παιδεία  μας  να  παράγει.  Θέλει  να  παράγει  μονόχνωτους  πνευματικά  τεχνοκράτες, απολιτική  νεολαία, φτηνό  υπαλληλικό  δυναμικό, εργατικό  δυναμικό - κατα τις απαιτήσεις  των  πολυεθνικών  μονοπωλίων-, αναλφάβητους  λειτουργικά πολίτες-προσεταιρίσιμους και ελέγξιμους από τα κέντρα ελέγχου  και  αποφάσεων;  Κι αυτό,  δεδομένου  ότι   η  αμφισβήτηση  ενός  συστήματος  προκύπτει  κυρίως από  τους  ανθρώπους  που  δεν  ξέρουν  μόνο  φυσική  ή  αλγεβρα,  αλλά  και  ...Ιστορία  και  Ελληνική  Γλωσσα  και  Λογοτεχνία  και  Αρχαια  Ελληνική  Γραμματεία  σε  βάθος...                 
Ανακαλώ  τον πικρό  αλλά   αληθινό   λόγο  του  Σεφέρη:  ¨στην  Ελλάδα είμαστε  αυτοδιδακτοι...».  Αλλά  εσείς,  κύριε  υπουργέ,   αυτό  δεν  επαγγέλλεστε  να  ανατρέψετε;  Κάντε  το,  με τη  βοήθεια    σοβαρών  επιστημόνων –ανθρωπιστών  -παιδαγωγών-διανοούμενων–λογοτεχνών, για να αναδειχτούν  επιστήμονες- δασκάλοι  που  θα  καθοδηγήσουν  με  γνώση  και  κοινωνική  ευθύνη  τις ελληνικές   γενιες  του  μέλλοντος.
                                                                       Με  εκτίμηση 
                                                 Δαμάσχη  Μαρία, Αρχαιολόγος-Φιλόλογος
                             Εκ  μέρους  των  συναδέλφων-  φιλολόγων  του  ΓΕ.Λ.  Ν.  Ερυθραίας
Κηφισιά,  20/6/2015                                                    

Πηγή : www.alfavita.gr